αἰτητής

αἰτ-ητής, οῦ, ,
A one that asks, petitioner, POxy. 788 (i B. C.), D.C.Fr.66.2.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιτητής — αἰτητής, ο (Α) ο απαιτητής, ο διεκδικητής …   Dictionary of Greek

  • αἰτητής — one that asks masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτηταί — αἰτητής one that asks masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτητῶν — αἰτητής one that asks masc gen pl αἰτητός asked for masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτητά — αἰτητά̱ , αἰτητής one that asks masc nom/voc/acc dual αἰτητής one that asks masc voc sg αἰτητής one that asks masc nom sg (epic) αἰτητός asked for neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιτητικός — ή, ό (Α αἰτητικός, ή, όν) απαιτητικός, επίμονος αρχ. φρ. «αἰτητικῶς ἔχω πρός τινα», τού ζητώ επίμονα κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μπορεί να παράγεται από το αἰτητής* (< αἰτῶ) ή λόγω τής σημασίας του απευθείας από το ρ. αἰτῶ ή και το αἴτησις, πράγμα που …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.